αγκυρώνω
•
- τεχνολογίααγκιστρώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσταθεροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυρώνω < άγκυρα + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική verankern ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ancrer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκυρώνω | αγκυρώνεις | αγκυρώνει | αγκυρώνουμε | αγκυρώνετε | αγκυρώνουν / αγκυρώνουνε |
| Παρατατικός | αγκύρωνα | αγκύρωνες | αγκύρωνε | αγκυρώναμε | αγκυρώνατε | αγκυρώναν / αγκυρώνανε / αγκύρωναν |
| Αόριστος | αγκύρωσα | αγκύρωσες | αγκύρωσε | αγκυρώσαμε | αγκυρώσατε | αγκυρώσαν / αγκυρώσανε / αγκύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα αγκυρώνω / θα αγκυρώσω | θα αγκυρώνεις / θα αγκυρώσεις | θα αγκυρώνει / θα αγκυρώσει | θα αγκυρώνουμε / θα αγκυρώσουμε | θα αγκυρώνετε / θα αγκυρώσετε | θα αγκυρώνουν / θα αγκυρώνουνε / θα αγκυρώσουν / θα αγκυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκυρώσει | έχεις αγκυρώσει | έχει αγκυρώσει | έχουμε αγκυρώσει | έχετε αγκυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκυρώσει | είχες αγκυρώσει | είχε αγκυρώσει | είχαμε αγκυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκυρώσει / να αγκυρώνω / να αγκυρώσω | να έχεις αγκυρώσει / να αγκυρώνεις / να αγκυρώσεις | να έχει αγκυρώσει / να αγκυρώνει / να αγκυρώσει | να έχουμε αγκυρώσει / να αγκυρώνουμε / να αγκυρώσουμε | να έχετε αγκυρώσει / να αγκυρώνετε / να αγκυρώσετε | να αγκυρώνουν / να αγκυρώνουνε / να αγκυρώσουν / να αγκυρώσουνε |
| Προστακτική | — | αγκύρωνε / αγκύρωσε | — | — | αγκυρώνετε / αγκυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →