Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκωνάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήο ακρογωνιαίος λίθος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκοτρόνα Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάπρόσωπο ή πράγμα ακλόνητο, ακατάβλητο Βικιλεξικό
    • το αγκωνάρι της φαμίλιας

Ετυμολογία

αγκωνάρι < μεσαιωνική ελληνική ἀγκωνάριν < αρχαία ελληνική ἀγκών

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγκωνάριαγκωνάρια
Γενικήαγκωναριούαγκωναριών
Αιτιατικήαγκωνάριαγκωνάρια
Κλητικήαγκωνάριαγκωνάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →