Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκωνιάζω

/aŋ.ɡoˈɲa.zo/ρήμα
•
  1. βάζω κάτι στη γωνία Βικιλεξικό
  2. χτίζω ή κατασκευάζω κάτι σε σχήμα ορθής γωνίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγκωνιάζω < αγκων(ή) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγκωνιάζωαγκωνιάζειςαγκωνιάζειαγκωνιάζουμεαγκωνιάζετεαγκωνιάζουν / αγκωνιάζουνε
Παρατατικόςαγκώνιαζααγκώνιαζεςαγκώνιαζεαγκωνιάζαμεαγκωνιάζατεαγκωνιάζαν / αγκωνιάζανε / αγκώνιαζαν
Αόριστοςαγκώνιασααγκώνιασεςαγκώνιασεαγκωνιάσαμεαγκωνιάσατεαγκωνιάσαν / αγκωνιάσανε / αγκώνιασαν
Μέλλονταςθα αγκωνιάζω / θα αγκωνιάσωθα αγκωνιάζεις / θα αγκωνιάσειςθα αγκωνιάζει / θα αγκωνιάσειθα αγκωνιάζουμε / θα αγκωνιάσουμεθα αγκωνιάζετε / θα αγκωνιάσετεθα αγκωνιάζουν / θα αγκωνιάζουνε / θα αγκωνιάσουν / θα αγκωνιάσουνε
Παρακείμενοςέχω αγκωνιάσειέχεις αγκωνιάσειέχει αγκωνιάσειέχουμε αγκωνιάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αγκωνιάσειείχες αγκωνιάσειείχε αγκωνιάσει———
Υποτακτικήνα έχω αγκωνιάσει / να αγκωνιάζω / να αγκωνιάσωνα έχεις αγκωνιάσει / να αγκωνιάζεις / να αγκωνιάσειςνα έχει αγκωνιάσει / να αγκωνιάζει / να αγκωνιάσεινα έχουμε αγκωνιάσει / να αγκωνιάζουμε / να αγκωνιάσουμενα αγκωνιάζετε / να αγκωνιάσετενα αγκωνιάζουν / να αγκωνιάζουνε / να αγκωνιάσουν / να αγκωνιάσουνε
Προστακτική—αγκώνιαζε / αγκώνιασε——αγκωνιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αγκωνιάστηκααγκωνιάζομαιαγκωνιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →