αγκωνιάζω
•
- βάζω κάτι στη γωνία Βικιλεξικό
- χτίζω ή κατασκευάζω κάτι σε σχήμα ορθής γωνίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκωνιάζω < αγκων(ή) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκωνιάζω | αγκωνιάζεις | αγκωνιάζει | αγκωνιάζουμε | αγκωνιάζετε | αγκωνιάζουν / αγκωνιάζουνε |
| Παρατατικός | αγκώνιαζα | αγκώνιαζες | αγκώνιαζε | αγκωνιάζαμε | αγκωνιάζατε | αγκωνιάζαν / αγκωνιάζανε / αγκώνιαζαν |
| Αόριστος | αγκώνιασα | αγκώνιασες | αγκώνιασε | αγκωνιάσαμε | αγκωνιάσατε | αγκωνιάσαν / αγκωνιάσανε / αγκώνιασαν |
| Μέλλοντας | θα αγκωνιάζω / θα αγκωνιάσω | θα αγκωνιάζεις / θα αγκωνιάσεις | θα αγκωνιάζει / θα αγκωνιάσει | θα αγκωνιάζουμε / θα αγκωνιάσουμε | θα αγκωνιάζετε / θα αγκωνιάσετε | θα αγκωνιάζουν / θα αγκωνιάζουνε / θα αγκωνιάσουν / θα αγκωνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκωνιάσει | έχεις αγκωνιάσει | έχει αγκωνιάσει | έχουμε αγκωνιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκωνιάσει | είχες αγκωνιάσει | είχε αγκωνιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκωνιάσει / να αγκωνιάζω / να αγκωνιάσω | να έχεις αγκωνιάσει / να αγκωνιάζεις / να αγκωνιάσεις | να έχει αγκωνιάσει / να αγκωνιάζει / να αγκωνιάσει | να έχουμε αγκωνιάσει / να αγκωνιάζουμε / να αγκωνιάσουμε | να αγκωνιάζετε / να αγκωνιάσετε | να αγκωνιάζουν / να αγκωνιάζουνε / να αγκωνιάσουν / να αγκωνιάσουνε |
| Προστακτική | — | αγκώνιαζε / αγκώνιασε | — | — | αγκωνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγκωνιάστηκααγκωνιάζομαιαγκωνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →