αγκύλωμα
•
- τρύπημα με αιχμηρό αντικείμενο, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αγκυλώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάστασιμότητα Βικιλεξικό
- Ενας νέος τρόπος ζωής φιλοειρηνικός, ενάντιος στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ανοιχτός στην πολυπολιτισμικότητα, στην επιστροφή στη Φύση, στο σπάσιμο κάθε είδους "αγκυλώματος" της καθεστηκυίας τάξης των 60's!
Ετυμολογία
αγκύλωμα < αγκυλώ(νω) + -μα (διαφορετικό από το ἀγκύλωμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκύλωμα | αγκυλώματα |
| Γενική | αγκυλώματος | αγκυλωμάτων |
| Αιτιατική | αγκύλωμα | αγκυλώματα |
| Κλητική | αγκύλωμα | αγκυλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →