Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγλάκι

/aˈɣla.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δημοτικήτο τρέξιμο Βικιλεξικό
    • (από ανέκδοτο, Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας, Χανιώτικα νέα, ανακτήθηκε 23/12/2022 https://www.haniotika-nea.gr/pneymatika-kai-kallitechnika-gegonota-toy-topoy-mas-99/)
    • – Το γιο μου σου ‘φερα, Άγιε Δέσποτα, να τόνε κάμεις παπά.
    • – Γράμματα ξέρει; Του λέει ο Επίσκοπος.
    • – Δεν ξέρω, Άγιε Δέσποτα, ανεν ξέρει γράμματα, αλλά αν είναι για τ’ αγλάκι, τρέχει σαν το δαίμονα.

Ετυμολογία

αγλάκι < α- προτακτικό + (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλάκι(ν) < γλακῶ → δείτε τη λέξη αγκλακώ ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγλάκιαγλάκια
Γενική——
Αιτιατικήαγλάκιαγλάκια
Κλητικήαγλάκιαγλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →