αγλαΐζω
•
- λαμπρύνω, κοσμώ, εξωραΐζω Βικιλεξικό
- δοξάζω, τιμώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγλαΐζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγλαΐζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγλαΐζω | αγλαΐζεις | αγλαΐζει | αγλαΐζουμε | αγλαΐζετε | αγλαΐζουν / αγλαΐζουνε |
| Παρατατικός | αγλάιζα | αγλάιζες | αγλάιζε | αγλαΐζαμε | αγλαΐζατε | αγλάιζαν / αγλαΐζαν / αγλαΐζανε |
| Αόριστος | αγλάισα | αγλάισες | αγλάισε | αγλαΐσαμε | αγλαΐσατε | αγλάισαν / αγλαΐσαν / αγλαΐσανε |
| Μέλλοντας | θα αγλαΐζω / θα αγλαΐσω | θα αγλαΐζεις / θα αγλαΐσεις | θα αγλαΐζει / θα αγλαΐσει | θα αγλαΐζουμε / θα αγλαΐσουμε | θα αγλαΐζετε / θα αγλαΐσετε | θα αγλαΐζουν / θα αγλαΐζουνε / θα αγλαΐσουν / θα αγλαΐσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγλαΐσει | έχεις αγλαΐσει | έχει αγλαΐσει | έχουμε αγλαΐσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγλαΐσει | είχες αγλαΐσει | είχε αγλαΐσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγλαΐσει / να αγλαΐζω / να αγλαΐσω | να έχεις αγλαΐσει / να αγλαΐζεις / να αγλαΐσεις | να έχει αγλαΐσει / να αγλαΐζει / να αγλαΐσει | να έχουμε αγλαΐσει / να αγλαΐζουμε / να αγλαΐσουμε | να αγλαΐζετε / να αγλαΐσετε | να αγλαΐζουν / να αγλαΐζουνε / να αγλαΐσουν / να αγλαΐσουνε |
| Προστακτική | — | αγλάιζε / αγλάισε | — | — | αγλαΐζετε / αγλαΐστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγλαΐστηκααγλαΐζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →