αγλύκαντος
•
- που δεν έχει γλυκαθεί, δεν έχει γνωρίσει τη γλύκα, τη χαρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγλύκαντος < α- στερητικό + γλυκαίνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγλύκαντος | αγλύκαντη | αγλύκαντο |
| Γενική | αγλύκαντου | αγλύκαντης | αγλύκαντου |
| Αιτιατική | αγλύκαντο | αγλύκαντη | αγλύκαντο |
| Κλητική | αγλύκαντε | αγλύκαντη | αγλύκαντο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγλύκαντοι | αγλύκαντες | αγλύκαντα |
| Γενική | αγλύκαντων | αγλύκαντων | αγλύκαντων |
| Αιτιατική | αγλύκαντους | αγλύκαντες | αγλύκαντα |
| Κλητική | αγλύκαντοι | αγλύκαντες | αγλύκαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →