αγνοούμενος
•
- αυτός του οποίου αγνοείται η τύχη, έχει χαθεί ή δεν είναι γνωστό αν σώθηκε ή σκοτώθηκε σε κάποιο ατύχημα, πόλεμο ή φυσική καταστροφή Βικιλεξικό
- Οι 2.000 Ελληνοκύπριοι αγννοούμενοι από την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974.
- Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες από το θάλαμο επιχειρήσεων του υπουργείου Ναυτιλίας για το ναυάγιο στη Σάμο, πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 22 αγνοούμενοι.
Ετυμολογία
αγνοούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγνοούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἀγνοῶ, συνηρημένου τύπου του ἀγνοέω :* και ουσιαστικοποιημένο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγνοούμενος | αγνοούμενοι |
| Γενική | αγνοουμένου / αγνοούμενου | αγνοουμένων / αγνοούμενων |
| Αιτιατική | αγνοούμενο | αγνοουμένους / αγνοούμενους |
| Κλητική | αγνοούμενε | αγνοούμενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →