αγνωστικιστικός
•
- που αναφέρεται στον αγνωστικιστή και στον αγνωστικισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγνωστικιστικός < αγνωστικιστής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγνωστικιστικός | αγνωστικιστική | αγνωστικιστικό |
| Γενική | αγνωστικιστικού | αγνωστικιστικής | αγνωστικιστικού |
| Αιτιατική | αγνωστικιστικό | αγνωστικιστική | αγνωστικιστικό |
| Κλητική | αγνωστικιστικέ | αγνωστικιστική | αγνωστικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγνωστικιστικοί | αγνωστικιστικές | αγνωστικιστικά |
| Γενική | αγνωστικιστικών | αγνωστικιστικών | αγνωστικιστικών |
| Αιτιατική | αγνωστικιστικούς | αγνωστικιστικές | αγνωστικιστικά |
| Κλητική | αγνωστικιστικοί | αγνωστικιστικές | αγνωστικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →