Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγνωστικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον αγνωστικιστή και στον αγνωστικισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγνωστικιστικός < αγνωστικιστής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγνωστικιστικόςαγνωστικιστικήαγνωστικιστικό
Γενικήαγνωστικιστικούαγνωστικιστικήςαγνωστικιστικού
Αιτιατικήαγνωστικιστικόαγνωστικιστικήαγνωστικιστικό
Κλητικήαγνωστικιστικέαγνωστικιστικήαγνωστικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγνωστικιστικοίαγνωστικιστικέςαγνωστικιστικά
Γενικήαγνωστικιστικώναγνωστικιστικώναγνωστικιστικών
Αιτιατικήαγνωστικιστικούςαγνωστικιστικέςαγνωστικιστικά
Κλητικήαγνωστικιστικοίαγνωστικιστικέςαγνωστικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →