αγονάτιστος
•
- που δεν έχει γονατίσει· που δεν καταδέχεται να γονατίσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν υποτάσσεται σε κάποια υποχρέωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγονάτιστος < α- στερητικό +γονατίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγονάτιστος | αγονάτιστη | αγονάτιστο |
| Γενική | αγονάτιστου | αγονάτιστης | αγονάτιστου |
| Αιτιατική | αγονάτιστο | αγονάτιστη | αγονάτιστο |
| Κλητική | αγονάτιστε | αγονάτιστη | αγονάτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγονάτιστοι | αγονάτιστες | αγονάτιστα |
| Γενική | αγονάτιστων | αγονάτιστων | αγονάτιστων |
| Αιτιατική | αγονάτιστους | αγονάτιστες | αγονάτιστα |
| Κλητική | αγονάτιστοι | αγονάτιστες | αγονάτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →