αγοράζεις
•
- β΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αγοράζω Βικιλεξικό
- με το θαβ΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος αγοράζω Βικιλεξικό
- με το ναβ΄πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος αγοράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →