Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγοράζεις

/a.ɣoˈɾa.zis/ρήμα
•
  1. β΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αγοράζω Βικιλεξικό
  2. με το θαβ΄πρόσωπο ενικού οριστικής εξακολουθητικού μέλλοντα του ρήματος αγοράζω Βικιλεξικό
  3. με το ναβ΄πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος αγοράζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →