αγορίτσι
•
- αργκόνεαρός άνδρας ή γυναίκα που η συμπεριφορά ή η ενδυματολογία τους έχουν στοιχεία που συσχετίζονται με το αντίθετο φύλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγορίτσι (νεολογισμός) < συμφυρμός των αγόρ(ι) + (κορ)ίτσι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγορίτσι | αγορίτσια |
| Γενική | αγοριτσιού | αγοριτσιών |
| Αιτιατική | αγορίτσι | αγορίτσια |
| Κλητική | αγορίτσι | αγορίτσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →