αγοραπωλησία
•
- η πράξη της πώλησης ενός αντικειμένου από κάποιον και της αγοράς του από κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγοραπωλησία < αγορά + πώλησ(η) + -ία, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική achat et vente
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγοραπωλησία | αγοραπωλησίες |
| Γενική | αγοραπωλησίας | αγοραπωλησιών |
| Αιτιατική | αγοραπωλησία | αγοραπωλησίες |
| Κλητική | αγοραπωλησία | αγοραπωλησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →