αγουρομαραζάρης
•
- λογοτεχνικόπου μαράζωσε πρόωρα, που γέρασε πρόωρα από τις αντιξοότητες της ζωής Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Κ΄ στίχ. 687 (687-689) αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
αγουρομαραζάρης < αγουρο- + μαράζ(ι) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγουρομαραζάρης | αγουρομαραζάρηδες |
| Γενική | αγουρομαραζάρη | αγουρομαραζάρηδων |
| Αιτιατική | αγουρομαραζάρη | αγουρομαραζάρηδες |
| Κλητική | αγουρομαραζάρη | αγουρομαραζάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →