αγουροτσακισμένος
•
- μεταφορικάπου έχει γεράσει πρόωρα Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια, Ζ' στίχ. 359 (359-360), αρχική έκδοση 1938.
Ετυμολογία
αγουροτσακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του αμάρτυρου ρήματος *αγουροτσακίζω. Συνθετικά: < αγουρο- + τσακισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσακίζω.
Άλλοι τύποι
αγουροτσακισμένααγουροτσακισμένεαγουροτσακισμένεςαγουροτσακισμένηαγουροτσακισμένηςαγουροτσακισμένοαγουροτσακισμένοιαγουροτσακισμένοςαγουροτσακισμένουαγουροτσακισμένουςαγουροτσακισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →