Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγουρωπός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ακόμα κάπως άγουρος Βικιλεξικό
    • Με γλυκαίνει το ώριμο φρούτο και με δροσίζει το αγουρωπό (Μίλτος Πρωτογερέλλης, Τα ρέστα σας, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, 2001, σελ. 19
    • Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

αγουρωπός < άγουρος + -ωπός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγουρωπόςαγουρωπήαγουρωπό
Γενικήαγουρωπούαγουρωπήςαγουρωπού
Αιτιατικήαγουρωπόαγουρωπήαγουρωπό
Κλητικήαγουρωπέαγουρωπήαγουρωπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγουρωποίαγουρωπέςαγουρωπά
Γενικήαγουρωπώναγουρωπώναγουρωπών
Αιτιατικήαγουρωπούςαγουρωπέςαγουρωπά
Κλητικήαγουρωποίαγουρωπέςαγουρωπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →