αγραφία
•
- ιατρικήνευρολογική διαταραχή που προκαλεί απώλεια ή σοβαρή δυσκολία στη γραφή λόγω εγκεφαλικής βλάβης ή νευρολογικής δυσλειτουργίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγραφία < μεσαιωνική ελληνική ἀγραφία < αρχαία ελληνική γράφω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική agraphia ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική agraphie)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →