αγρεύω
•
- κυνηγώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπονομεύω κάποιον να πέσει σε παγίδα, να έρθει προς εκμετάλλευση μου Βικιλεξικό
- ψάχνω επίμονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγρεύω < αρχαία ελληνική ἀγρεύω < ἄγρα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγρεύω | αγρεύεις | αγρεύει | αγρεύουμε | αγρεύετε | αγρεύουν / αγρεύουνε |
| Παρατατικός | άγρευα | άγρευες | άγρευε | αγρεύαμε | αγρεύατε | άγρευαν / αγρεύαν / αγρεύανε |
| Αόριστος | άγρευσα | άγρευσες | άγρευσε | αγρεύσαμε | αγρεύσατε | άγρευσαν / αγρεύσαν / αγρεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αγρεύσω / θα αγρεύω | θα αγρεύεις / θα αγρεύσεις | θα αγρεύει / θα αγρεύσει | θα αγρεύουμε / θα αγρεύσουμε | θα αγρεύετε / θα αγρεύσετε | θα αγρεύουν / θα αγρεύουνε / θα αγρεύσουν / θα αγρεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγρεύσει | έχεις αγρεύσει | έχει αγρεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγρεύσει | είχες αγρεύσει | είχε αγρεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγρεύσει / να αγρεύσω / να αγρεύω | να έχεις αγρεύσει / να αγρεύεις / να αγρεύσεις | να έχει αγρεύσει / να αγρεύει / να αγρεύσει | να αγρεύουμε / να αγρεύσουμε | να αγρεύετε / να αγρεύσετε | να αγρεύουν / να αγρεύουνε / να αγρεύσουν / να αγρεύσουνε |
| Προστακτική | — | άγρευε / άγρευσε / έχε αγρευμένο | — | — | αγρεύετε / αγρεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγρεύθηκααγρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →