αγριάνθρωπος
•
- άνθρωπος απεριποίητος που μοιάζει στην όψη με άγριο Βικιλεξικό
- Ο ναυαγισμένος Οδυσσέας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στη Ναυσικά ταλαιπωρημένος και τρομακτικός, σωστός αγριάνθρωπος.
- άνθρωπος χωρίς ευγένεια στους τρόπους Βικιλεξικό
- Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη.
- άνθρωπος που ζει σαν άγριος, μακριά από τον πολιτισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριάνθρωπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγριάνθρωπος. Συγχρονικά αναλύεται σε αγρι- + άνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριάνθρωπος | αγριάνθρωποι |
| Γενική | αγριάνθρωπου / αγριανθρώπου | αγριάνθρωπων / αγριανθρώπων |
| Αιτιατική | αγριάνθρωπο | αγριάνθρωπους / αγριανθρώπους |
| Κλητική | αγριάνθρωπε | αγριάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →