Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγριάνθρωπος

/a.ɣɾiˈan.θɾo.pos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άνθρωπος απεριποίητος που μοιάζει στην όψη με άγριο Βικιλεξικό
    • Ο ναυαγισμένος Οδυσσέας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στη Ναυσικά ταλαιπωρημένος και τρομακτικός, σωστός αγριάνθρωπος.
  2. άνθρωπος χωρίς ευγένεια στους τρόπους Βικιλεξικό
    • Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη.
  3. άνθρωπος που ζει σαν άγριος, μακριά από τον πολιτισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγριάνθρωπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγριάνθρωπος. Συγχρονικά αναλύεται σε αγρι- + άνθρωπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγριάνθρωποςαγριάνθρωποι
Γενικήαγριάνθρωπου / αγριανθρώπουαγριάνθρωπων / αγριανθρώπων
Αιτιατικήαγριάνθρωποαγριάνθρωπους / αγριανθρώπους
Κλητικήαγριάνθρωπεαγριάνθρωποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →