αγριλίδια
•
- ιδιωματικόοι παραφυάδες της αγριελιάς Βικιλεξικό
- πληθυντικός αριθμός του αγριλίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριλίδια < αγριλ(ιά) + -ίδια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριλίδια | αγριλίδια |
| Γενική | — | αγριλιδιών |
| Αιτιατική | — | αγριλίδια |
| Κλητική | — | αγριλίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →