αγρινό
•
- δημοτικήαίγαγρος, αγριοκάτσικο Βικιλεξικό
- «είδες ποτέ σου τ' αγρινά τσοπάνο ν' ακλουθάνε;»
- είδος άγριου προβάτου, της υποοικογένειας Caprinae Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγρινό < → λείπει η ετυμολογία :* για το είδος πρόβατου < → λείπει η ετυμολογία : Δείτε και αγρινόν (κυπριακά, είδος πρόβατου)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγρινό | αγρινά |
| Γενική | αγρινού | αγρινών |
| Αιτιατική | αγρινό | αγρινά |
| Κλητική | αγρινό | αγρινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →