αγρινόν
•
- θηλαστικό ζώοείδος άγριου πρόβατου Βικιλεξικό
- Η παράδοσις αναφέρει ότι πέντε από τα αγρινά αυτά κάθε χρόνο ήρχοντο και έστεκαν σε ένα βράχο, κοντά στη μάνδρα. Οι Άγιοι Ηλιόφωτοι έπερναν τα τρία και τα έσφαζαν, τα δε δύο τα άφηναν ελεύθερα. Τούτο γινόταν γι’ αρκετά χρόνια ώσπου μια χρονιά μέθυσαν οι άγιοι και έσφαξαν και τα πέντε. Κι’ από τότε δεν εμφανίστηκαν τα αγρινά.
Ετυμολογία
αγρινόν < → λείπει η ετυμολογία : Συγκρίνετε με το αγρινό.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →