αγριοβλέπω
•
- αγριοκοιτάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριοβλέπω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγριοβλέπω. Μορφολογικά αναλύεται σε αγριο- + βλέπω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγριοβλέπω | αγριοβλέπεις | αγριοβλέπει | αγριοβλέπουμε | αγριοβλέπετε | αγριοβλέπουν / αγριοβλέπουνε |
| Παρατατικός | αγριέβλεπα | αγριέβλεπες | αγριέβλεπε | αγριοβλέπαμε | αγριοβλέπατε | αγριέβλεπαν / αγριοβλέπαν / αγριοβλέπανε |
| Αόριστος | αγριέβλεψα | αγριέβλεψες | αγριέβλεψε | αγριοβλέψαμε | αγριοβλέψατε | αγριέβλεψαν / αγριοβλέψαν / αγριοβλέψανε |
| Μέλλοντας | θα αγριοβλέπω / θα αγριοβλέψω | θα αγριοβλέπεις / θα αγριοβλέψεις | θα αγριοβλέπει / θα αγριοβλέψει | θα αγριοβλέπουμε / θα αγριοβλέψουμε | θα αγριοβλέπετε / θα αγριοβλέψετε | θα αγριοβλέπουν / θα αγριοβλέπουνε / θα αγριοβλέψουν / θα αγριοβλέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγριοβλέψει | έχεις αγριοβλέψει | έχει αγριοβλέψει | έχουμε αγριοβλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγριοβλέψει | είχες αγριοβλέψει | είχε αγριοβλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγριοβλέψει / να αγριοβλέπω / να αγριοβλέψω | να έχεις αγριοβλέψει / να αγριοβλέπεις / να αγριοβλέψεις | να έχει αγριοβλέψει / να αγριοβλέπει / να αγριοβλέψει | να έχουμε αγριοβλέψει / να αγριοβλέπουμε / να αγριοβλέψουμε | να αγριοβλέπετε / να αγριοβλέψετε | να αγριοβλέπουν / να αγριοβλέπουνε / να αγριοβλέψουν / να αγριοβλέψουνε |
| Προστακτική | — | αγριόβλεπε / αγριόβλεψε | — | — | αγριοβλέπετε / αγριοβλέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →