αγριοθύμαρο
•
- φυτόείδος άγριου θυμαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριοθύμαρο < αγριο- + θυμάρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριοθύμαρο | αγριοθύμαρα |
| Γενική | αγριοθύμαρου | αγριοθύμαρων |
| Αιτιατική | αγριοθύμαρο | αγριοθύμαρα |
| Κλητική | αγριοθύμαρο | αγριοθύμαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →