αγριοκάτσικο
•
- θηλαστικό ζώοο αίγαγρος, το άγριο κατσίκι Βικιλεξικό
- μεταφορικάακοινώνητος ή ασυμβίβαστος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριοκάτσικο < σύνθετη λέξη: αγριο- (άγριος) + -κάτσικο (κατσίκι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριοκάτσικο | αγριοκάτσικα |
| Γενική | αγριοκάτσικου | αγριοκάτσικων |
| Αιτιατική | αγριοκάτσικο | αγριοκάτσικα |
| Κλητική | αγριοκάτσικο | αγριοκάτσικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →