αγριομιλάω
•
- μιλώ άγρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριομιλάω < μεσαιωνική ελληνική αγριομιλώ < αγριο- + μιλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγριομιλάω / αγριομιλώ | αγριομιλάς | αγριομιλά / αγριομιλάει | αγριομιλάμε / αγριομιλούμε | αγριομιλάτε | αγριομιλάν / αγριομιλάνε / αγριομιλούν / αγριομιλούνε |
| Παρατατικός | αγριομιλούσα | αγριομιλούσες | αγριομιλούσε | αγριομιλούσαμε | αγριομιλούσατε | αγριομιλούσαν / αγριομιλούσανε |
| Αόριστος | αγριομίλησα | αγριομίλησες | αγριομίλησε | αγριομιλήσαμε | αγριομιλήσατε | αγριομίλησαν / αγριομιλήσαν / αγριομιλήσανε |
| Μέλλοντας | θα αγριομιλάω / θα αγριομιλήσω / θα αγριομιλώ | θα αγριομιλάς / θα αγριομιλήσεις | θα αγριομιλά / θα αγριομιλάει / θα αγριομιλήσει | θα αγριομιλάμε / θα αγριομιλήσουμε / θα αγριομιλούμε | θα αγριομιλάτε / θα αγριομιλήσετε | θα αγριομιλάν / θα αγριομιλάνε / θα αγριομιλήσουν / θα αγριομιλήσουνε / θα αγριομιλούν / θα αγριομιλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγριομιλήσει | έχεις αγριομιλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγριομιλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγριομιλήσει / να αγριομιλάω / να αγριομιλήσω / να αγριομιλώ | να έχεις αγριομιλήσει / να αγριομιλάς / να αγριομιλήσεις | να αγριομιλά / να αγριομιλάει / να αγριομιλήσει | να αγριομιλάμε / να αγριομιλήσουμε / να αγριομιλούμε | να αγριομιλάτε / να αγριομιλήσετε | να αγριομιλάν / να αγριομιλάνε / να αγριομιλήσουν / να αγριομιλήσουνε / να αγριομιλούν / να αγριομιλούνε |
| Προστακτική | — | αγριομίλα / αγριομίλαγε / αγριομίλησε | — | — | αγριομιλάτε / αγριομιλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →