αγριοσινάπι
•
- φυτόείδος σιναπιού, η λαψάνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριοσινάπι < άγριος + -ο- + σινάπι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριοσινάπι | αγριοσινάπια |
| Γενική | αγριοσιναπιού | αγριοσιναπιών |
| Αιτιατική | αγριοσινάπι | αγριοσινάπια |
| Κλητική | αγριοσινάπι | αγριοσινάπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →