αγριόσκυλο
•
- σκυλί που ζει σε άγρια κατάσταση ή έχει επιθετική και άγρια συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριόσκυλο < μεσαιωνική ελληνική ἀγριόσκυλος < αρχαία ελληνική ἄγριος + σκύλαξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριόσκυλο | αγριόσκυλα |
| Γενική | αγριόσκυλου | αγριόσκυλων |
| Αιτιατική | αγριόσκυλο | αγριόσκυλα |
| Κλητική | αγριόσκυλο | αγριόσκυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →