αγριότοπος
•
- τόπος άγριος, δύσβατος και άγονος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριότοπος < αγριό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγριότοπος | αγριότοποι |
| Γενική | αγριότοπου | αγριότοπων |
| Αιτιατική | αγριότοπο | αγριότοπους |
| Κλητική | αγριότοπε | αγριότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →