αγριώνω
•
- παρωχημένοαγριεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγριώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγριώνω | αγριώνεις | αγριώνει | αγριώνουμε | αγριώνετε | αγριώνουν / αγριώνουνε |
| Παρατατικός | αγρίωνα | αγρίωνες | αγρίωνε | αγριώναμε | αγριώνατε | αγρίωναν / αγριώναν / αγριώνανε |
| Αόριστος | αγρίωσα | αγρίωσες | αγρίωσε | αγριώσαμε | αγριώσατε | αγρίωσαν / αγριώσαν / αγριώσανε |
| Μέλλοντας | θα αγριώνω / θα αγριώσω | θα αγριώνεις / θα αγριώσεις | θα αγριώνει / θα αγριώσει | θα αγριώνουμε / θα αγριώσουμε | θα αγριώνετε / θα αγριώσετε | θα αγριώνουν / θα αγριώνουνε / θα αγριώσουν / θα αγριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγριώσει | έχεις αγριώσει | έχει αγριώσει | έχουμε αγριώσει | έχετε αγριώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγριώσει | είχες αγριώσει | είχε αγριώσει | είχαμε αγριώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγριώσει / να αγριώνω / να αγριώσω | να έχεις αγριώσει / να αγριώνεις / να αγριώσεις | να έχει αγριώσει / να αγριώνει / να αγριώσει | να έχουμε αγριώσει / να αγριώνουμε / να αγριώσουμε | να έχετε αγριώσει / να αγριώνετε / να αγριώσετε | να αγριώνουν / να αγριώνουνε / να αγριώσουν / να αγριώσουνε |
| Προστακτική | — | αγρίωνε / αγρίωσε | — | — | αγριώνετε / αγριώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →