αγροζημία
•
- αδίκημα που συνίσταται σε φθορά ξένης αγροτικής καλλιέργειας Βικιλεξικό
- φθορά αγρού σπαρμένου ή καλλιεργημένου Βικιλεξικό
- χαρακτηρισμός πάσης φύσεως αδικημάτων εις βάρος αγροτικής ιδιοκτησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγροζημία < (λόγιο) αγρο- + ζημία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγροζημία | αγροζημίες |
| Γενική | αγροζημίας | αγροζημιών |
| Αιτιατική | αγροζημία | αγροζημίες |
| Κλητική | αγροζημία | αγροζημίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →