αγρονομείο
•
- παρωχημένουπηρεσία της αγροφυλακής που επιβλέπει την τήρηση των αγροτικών κανονισμών κι έχει ως επικεφαλής αγρονόμο Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο κτήριο όπου στεγάζεται η ως άνω υπηρεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγρονομείο < αγρονόμος + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγρονομείο | αγρονομεία |
| Γενική | αγρονομείου | αγρονομείων |
| Αιτιατική | αγρονομείο | αγρονομεία |
| Κλητική | αγρονομείο | αγρονομεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →