Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγροτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται, χαρακτηρίζει ή ανήκει στους αγρότες και τη γεωργία Βικιλεξικό
  2. που βρίσκεται στην ύπαιθρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγροτικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγροτικός (ταπεινός). Συγχρονικά αναλύεται σε αγρότ(ης) + -ικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική champêtre, rural

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγροτικόςαγροτικήαγροτικό
Γενικήαγροτικούαγροτικήςαγροτικού
Αιτιατικήαγροτικόαγροτικήαγροτικό
Κλητικήαγροτικέαγροτικήαγροτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγροτικοίαγροτικέςαγροτικά
Γενικήαγροτικώναγροτικώναγροτικών
Αιτιατικήαγροτικούςαγροτικέςαγροτικά
Κλητικήαγροτικοίαγροτικέςαγροτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →