αγροφύλακας
•
- επάγγελμαφύλακας των αγρών, μέλος της αγροφυλακής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγροφύλακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγροφύλαξ από την αιτιατική «τὸν ἀγροφύλακα» (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική champêtre) Μορφολογικά αναλύετα σε αγρο- + -φύλακας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγροφύλακας | αγροφύλακες |
| Γενική | αγροφύλακα / αγροφύλακος | αγροφυλάκων |
| Αιτιατική | αγροφύλακα | αγροφύλακες |
| Κλητική | αγροφύλακα | αγροφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →