αγρόν ηγόρασα
•
- μεταφορικάαδιαφορώ, δεν ενδιαφέρομαι, ασχολούμαι με ασήμαντα πράγματα και αδιαφορώ για σημαντικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγρόν ηγόρασα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή. :Προέρχεται από τη φράση της Καινής Διαθήκης: : ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Εὐαγγέλιον κατὰ Λουκᾶν, 14.18 :: καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ, Ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →