Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγρόπολη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολεοδομίααυτάρκης οικιστική μονάδα, με αυξημένους χώρους πρασίνου, καθορισμένους τομείς διαβίωσης και παραγωγικής δραστηριότητας, που περιβάλλεται από αγροτική ζώνη Βικιλεξικό
    • Είνε χαρακτηριστικόν της αγροπόλεως γνώρισμα ο συνδυασμός των αγροτικών μετά των αστικών δράσεων. Προς θεμελίωσιν της αγροπόλεως απαιτείται ωρισμένον σχέδιον προνοούν δια τας ανάγκας της βιομηχανίας και της γεωργίας, δια την ευημερίαν εκάστου κατοίκου, δια την ανάδειξιν των καλλονών της φύσεως και της τέχνης […]
    • Τόσες ουτοπίες, τόσες ευτοπίες, τόσα πειράματα … αγροπόλεις, συνεταιριστικοί οικισμοί πρώιμης οικολογικής οπτικής και αυτοδιαχειριστικής προοπτικής που επιχειρήθηκε να κατασκευαστούν μακριά από τις πόλεις σε ανεκμετάλλευτες αγροτικές περιοχές, κυρίως σε Αγγλία, Αυστρία και Βόρεια Αμερική […]

Ετυμολογία

αγρόπολη < αγρ(ός) + -ό- + πόλη, απόδοση για την αγγλική garden city. :: αγγλικός όρος που επινόησε ο πολεοδόμος και μεταρρυθμιστής Εμπενήζερ Χάουαρντ, στα τέλη του 19ου αι σε ελληνική απόδοση από τον σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη. Δείτε και κηπούπολη, αλσεούπολη.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγρόποληαγροπόλεις
Γενικήαγρόποληςαγροπόλεων
Αιτιατικήαγρόποληαγροπόλεις
Κλητικήαγρόποληαγροπόλεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →