αγυμνασία
•
- η έλλειψη σωματικής άσκησης Βικιλεξικό
- μεταφορικάη έλλειψη πείρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγυμνασία < αρχαία ελληνική ἀγυμνασία < γυμνάζω < γυμνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγυμνασία | αγυμνασίες |
| Γενική | αγυμνασίας | αγυμνασιών |
| Αιτιατική | αγυμνασία | αγυμνασίες |
| Κλητική | αγυμνασία | αγυμνασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →