αγυρτεύω
•
- ζω σαν αγύρτης, ζητιανεύω Βικιλεξικό
- Ο Ντόναλντ Τραμπ πάντως σίγουρα αγυρτεύει, δεν κάθεται φρόνιμος δεκαετίες τώρα. Γιος διακεκριμένου κτηματομεσίτη, ανέλαβε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 περί τα 200 εκατομμύρια δολάρια περιουσία, αστρονομικό μέγεθος για τα νομισματικά δεδομένα της εποχής.
Ετυμολογία
αγυρτεύω < ελληνιστική κοινή ἀγυρτεύω < ἀγύρτης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγυρτεύω | αγυρτεύεις | αγυρτεύει | αγυρτεύουμε | αγυρτεύετε | αγυρτεύουν / αγυρτεύουνε |
| Παρατατικός | αγύρτευα | αγύρτευες | αγύρτευε | αγυρτεύαμε | αγυρτεύατε | αγυρτεύαν / αγυρτεύανε / αγύρτευαν |
| Αόριστος | αγύρτεψα | αγύρτεψες | αγύρτεψε | αγυρτέψαμε | αγυρτέψατε | αγυρτέψαν / αγυρτέψανε / αγύρτεψαν |
| Μέλλοντας | θα αγυρτέψω / θα αγυρτεύω | θα αγυρτέψεις / θα αγυρτεύεις | θα αγυρτέψει / θα αγυρτεύει | θα αγυρτέψουμε / θα αγυρτεύουμε | θα αγυρτέψετε / θα αγυρτεύετε | θα αγυρτέψουν / θα αγυρτέψουνε / θα αγυρτεύουν / θα αγυρτεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγυρτέψει | έχεις αγυρτέψει | έχει αγυρτέψει | έχουμε αγυρτέψει | έχετε αγυρτέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγυρτέψει | είχες αγυρτέψει | είχε αγυρτέψει | είχαμε αγυρτέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγυρτέψει / να αγυρτέψω / να αγυρτεύω | να έχεις αγυρτέψει / να αγυρτέψεις / να αγυρτεύεις | να έχει αγυρτέψει / να αγυρτέψει / να αγυρτεύει | να έχουμε αγυρτέψει / να αγυρτέψουμε / να αγυρτεύουμε | να έχετε αγυρτέψει / να αγυρτέψετε / να αγυρτεύετε | να αγυρτέψουν / να αγυρτέψουνε / να αγυρτεύουν / να αγυρτεύουνε |
| Προστακτική | — | αγύρτευε / αγύρτεψε | — | — | αγυρτέψτε / αγυρτεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →