Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγχέμαχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για όπλο που χρησιμοποιείται σε μάχη από κοντά, σώμα με σώμα, κατάλληλο για μάχες εκ του συστάδην Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγχέμαχος < αρχαία ελληνική ἀγχέμαχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγχέμαχοςαγχέμαχηαγχέμαχο
Γενικήαγχέμαχουαγχέμαχηςαγχέμαχου
Αιτιατικήαγχέμαχοαγχέμαχηαγχέμαχο
Κλητικήαγχέμαχεαγχέμαχηαγχέμαχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγχέμαχοιαγχέμαχεςαγχέμαχα
Γενικήαγχέμαχωναγχέμαχωναγχέμαχων
Αιτιατικήαγχέμαχουςαγχέμαχεςαγχέμαχα
Κλητικήαγχέμαχοιαγχέμαχεςαγχέμαχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →