αγχογόνος
•
- που προκαλεί ή δημιουργεί άγχος Βικιλεξικό
- Από τη φύση τους κάποια επαγγέλματα είναι περισσότερο αγχογόνα από κάποια άλλα. Γενικά, θεωρούνται ως περισσότερο αγχογόνα τα επαγγέλματα που συνεπάγονται επαφές ή σχέσεις με άλλους ανθρώπους, απαιτούν ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων ή επιφέρουν σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές ή άλλου είδους συνέπειες. (*)
Ετυμολογία
αγχογόνος < αγχο- (<άγχος) + -γόνος (<γίγνομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγχογόνος | αγχογόνα / αγχογόνος | αγχογόνο |
| Γενική | αγχογόνου | αγχογόνας / αγχογόνου | αγχογόνου |
| Αιτιατική | αγχογόνο | αγχογόνα / αγχογόνο | αγχογόνο |
| Κλητική | αγχογόνε | αγχογόνα / αγχογόνε | αγχογόνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγχογόνοι | αγχογόνες / αγχογόνοι | αγχογόνα |
| Γενική | αγχογόνων | αγχογόνων | αγχογόνων |
| Αιτιατική | αγχογόνους | αγχογόνες / αγχογόνους | αγχογόνα |
| Κλητική | αγχογόνοι | αγχογόνες / αγχογόνοι | αγχογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →