Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀγχωτικά

/aŋ.xo.tiˈka/επίρρημα
•
  1. πολυτονική γραφή του αγχωτικά Βικιλεξικό
    • Γνώριζε, ἤ μᾶλλον διαισθανόταν ἀγχωτικά, τίς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ζευγαρώματος ἐπειδή τά συμβαλλόμενα κορμιά διέφεραν ριζικά καί ὡς πρός τή φυσιολογία.

Ετυμολογία

ἀγχωτικά < ἀγχωτικ(ός) + -ά.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγχωτικά

/aŋ.xo.tiˈka/επίρρημα
•
  1. κατά τρόπο αγχωτικό, που συνοδεύεται από άγχος ή το προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγχωτικά < αγχωτικ(ός) + -ά.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →