ἀγχωτικά
•
- πολυτονική γραφή του αγχωτικά Βικιλεξικό
- Γνώριζε, ἤ μᾶλλον διαισθανόταν ἀγχωτικά, τίς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ζευγαρώματος ἐπειδή τά συμβαλλόμενα κορμιά διέφεραν ριζικά καί ὡς πρός τή φυσιολογία.
Ετυμολογία
ἀγχωτικά < ἀγχωτικ(ός) + -ά.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →