αγχώνω
•
- προξενώ σε κάποιον άγχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγχώνω < άγχ(ος) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγχώνω | αγχώνεις | αγχώνει | αγχώνουμε | αγχώνετε | αγχώνουν / αγχώνουνε |
| Παρατατικός | άγχωνα | άγχωνες | άγχωνε | αγχώναμε | αγχώνατε | άγχωναν / αγχώναν / αγχώνανε |
| Αόριστος | άγχωσα | άγχωσες | άγχωσε | αγχώσαμε | αγχώσατε | άγχωσαν / αγχώσαν / αγχώσανε |
| Μέλλοντας | θα αγχώνω / θα αγχώσω | θα αγχώνεις / θα αγχώσεις | θα αγχώνει / θα αγχώσει | θα αγχώνουμε / θα αγχώσουμε | θα αγχώνετε / θα αγχώσετε | θα αγχώνουν / θα αγχώνουνε / θα αγχώσουν / θα αγχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγχώσει | έχεις αγχώσει | έχει αγχώσει | έχουμε αγχώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγχώσει | είχες αγχώσει | είχε αγχώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγχώσει / να αγχώνω / να αγχώσω | να έχεις αγχώσει / να αγχώνεις / να αγχώσεις | να έχει αγχώσει / να αγχώνει / να αγχώσει | να έχουμε αγχώσει / να αγχώνουμε / να αγχώσουμε | να αγχώνετε / να αγχώσετε | να αγχώνουν / να αγχώνουνε / να αγχώσουν / να αγχώσουνε |
| Προστακτική | — | άγχωνε / άγχωσε | — | — | αγχώνετε / αγχώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγχώθηκααγχώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →