Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγωγέας

/a.ɣoˈʝe.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοοδηγός, αγωγιάτης, καραγωγέας Βικιλεξικό
    • 1885 Σπυρίδων Παγανέλης, Στὴ Νεμέα μὲ τοὺς ταξιδιώτες. Περιδιαβάσεις, ἀναπολήσεις, συναντήσεις γύρω ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῶν ἀμπελιῶν «Νεμέα Διὸς καὶ Διονύσου Χώρα Ἐρατεινή», εκδ. του Φοίνικα, Αθήνα, 2011, σελ. 148

Ετυμολογία

αγωγέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγεύς + -έας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγωγέαςαγωγείς
Γενικήαγωγέα / αγωγέωςαγωγέων
Αιτιατικήαγωγέααγωγείς
Κλητικήαγωγέααγωγείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →