αγωγιάτικα
•
- νομικός όρος, (εμπορικός όρος): το κόμιστρο, η αμοιβή που λαμβάνει ο αγωγιάτης παρέχοντας το υποζύγιό του για μεταφορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγωγιάτικα < αγωγιάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωγιάτικα | αγωγιάτικα |
| Γενική | — | αγωγιάτικων |
| Αιτιατική | — | αγωγιάτικα |
| Κλητική | — | αγωγιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →