αγωγιαστήριο
•
- νομικός όρος, (εμπορικός όρος): έγγραφο που συντάσσεται μεταξύ αγωγιάτη και αποστολέα για μεταφορά εμπορευμάτων, υπό μορφή φορτωτικής. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγωγιαστήριο < αγωγιάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωγιαστήριο | αγωγιαστήρια |
| Γενική | αγωγιαστήριου / αγωγιαστηρίου | αγωγιαστηρίων |
| Αιτιατική | αγωγιαστήριο | αγωγιαστήρια |
| Κλητική | αγωγιαστήριο | αγωγιαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →