Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγωγιαστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόενοικιαστής ζώου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγωγιαστής < μεσαιωνική ελληνική αγωγιαστής < αγωγιάζω < αγώγι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγωγιαστήςαγωγιαστές
Γενικήαγωγιαστήαγωγιαστών
Αιτιατικήαγωγιαστήαγωγιαστές
Κλητικήαγωγιαστήαγωγιαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →