Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγόγγυστα

επίρρημα
•
  1. χωρίς γογγυσμούς, παράπονα και διαμαρτυρίες, χωρίς κριτική αμφισβήτηση, υπομονετικά (για κάτι που συνήθως όταν πρέπει να γίνει αναμένονται αντιδράσεις επειδή είναι π.χ. κουραστικό) Βικιλεξικό
    • Ο σημερινός πολίτης εκτελεί αγόγγυστα τις αποφάσεις των κυβερνητών.
    • Ένας νομοταγής πολίτης υπακούει αγόγγυστα και αυτόβουλα στην εκάστοτε νομοθεσία.
    • Στο ότι ακόμα και στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, του «φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκομεν», όποιος έχει σχέδιο και το υπηρετεί αγόγγυστα, του δίνεται αργά ή γρήγορα η ευκαιρία να το εφαρμόσει. (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)

Ετυμολογία

αγόγγυστα < αγόγγυστ(ος) + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →