Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγύριστος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο τόπος από όπου κανείς δεν επιστρέφει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγύριστος < α- στερητικό + γυρίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγύριστη / αγύριστος / αγύριστοαγύριστες / αγύριστοι / αγύριστα
Γενικήαγύριστης / αγύριστου / αγύριστουαγύριστων / αγύριστων / αγύριστων
Αιτιατικήαγύριστη / αγύριστο / αγύριστοαγύριστες / αγύριστους / αγύριστα
Κλητικήαγύριστη / αγύριστε / αγύριστοαγύριστες / αγύριστοι / αγύριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγύριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν αλλάζει γνώμη Βικιλεξικό
    • αγύριστο κεφάλι
  2. που δεν έχει επιστραφεί Βικιλεξικό
    • δανεικά κι αγύριστα

Ετυμολογία

αγύριστος < α- στερητικό + γυρίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγύριστοςαγύριστηαγύριστο
Γενικήαγύριστουαγύριστηςαγύριστου
Αιτιατικήαγύριστοαγύριστηαγύριστο
Κλητικήαγύριστεαγύριστηαγύριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγύριστοιαγύριστεςαγύριστα
Γενικήαγύριστωναγύριστωναγύριστων
Αιτιατικήαγύριστουςαγύριστεςαγύριστα
Κλητικήαγύριστοιαγύριστεςαγύριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →