αγύρτης
•
- πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους Βικιλεξικό
- πρόσωπο που επικαλείται γνώσεις, ικανότητες και ιδιότητες, τις οποίες δε διαθέτει, για να εξαπατήσει τους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγύρτης < αρχαία ελληνική ἀγύρτης < ἀγείρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγύρτης | αγύρτες |
| Γενική | αγύρτη | αγυρτών |
| Αιτιατική | αγύρτη | αγύρτες |
| Κλητική | αγύρτη | αγύρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →