αγώγιμος
•
- φυσικήαυτός που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικής ή/και θερμικής ενέργειας Βικιλεξικό
- νομικός όροςο υποκείμενος σε ποινική αγωγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγώγιμος < αρχαία ελληνική ἀγώγιμος, ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conductible) :* για τον νομικό όρο < κατά τον 4ο ορισμό της λέξης αγωγή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγώγιμος | αγώγιμη | αγώγιμο |
| Γενική | αγώγιμου | αγώγιμης | αγώγιμου |
| Αιτιατική | αγώγιμο | αγώγιμη | αγώγιμο |
| Κλητική | αγώγιμε | αγώγιμη | αγώγιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγώγιμοι | αγώγιμες | αγώγιμα |
| Γενική | αγώγιμων | αγώγιμων | αγώγιμων |
| Αιτιατική | αγώγιμους | αγώγιμες | αγώγιμα |
| Κλητική | αγώγιμοι | αγώγιμες | αγώγιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →