Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγώγιμος

/aˈɣo.ʝi.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήαυτός που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικής ή/και θερμικής ενέργειας Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςο υποκείμενος σε ποινική αγωγή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγώγιμος < αρχαία ελληνική ἀγώγιμος, ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conductible) :* για τον νομικό όρο < κατά τον 4ο ορισμό της λέξης αγωγή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγώγιμοςαγώγιμηαγώγιμο
Γενικήαγώγιμουαγώγιμηςαγώγιμου
Αιτιατικήαγώγιμοαγώγιμηαγώγιμο
Κλητικήαγώγιμεαγώγιμηαγώγιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγώγιμοιαγώγιμεςαγώγιμα
Γενικήαγώγιμωναγώγιμωναγώγιμων
Αιτιατικήαγώγιμουςαγώγιμεςαγώγιμα
Κλητικήαγώγιμοιαγώγιμεςαγώγιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →